Κυριακή 26 Απριλίου 2009

ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
ΤΗΝ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΚΟΠΙΑΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
ΤΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΩΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ «ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ»
ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΧΩΡΙΣ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» & ΠΑΡΑΓΩΓΑ
ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ
εμείς είμαστε οι Μακεδόνες
«ΕΑΝ ΤΡΕΞΟΥΜΕ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ»
Ίων Δραγούμης

Η Παγκόσμια Επιτροπή Μακεδονικού Αγώνα, με ιστορική ευθύνη και ιδιαίτερη συγκίνηση, ταγμένη στον διαρκή Μακεδονικό Αγώνα που συνεχίζεται αμείωτος από το 1870 έως σήμερα με διαφορετικές φάσεις, αφού έλαβε υπόψη την ασυμβίβαστη φωνή των Μακεδόνων και ολόκληρου του απανταχού Ελληνισμού, αφού εξάντλησε κάθε περιθώριο καλής θέλησης, αφού προειδοποίησε πολλές φορές γραπτώς την Ελληνική Κυβέρνηση και τα άλλα Κόμματα για το επικίνδυνο της Σύνθετης Ονομασίας, αφού επανειλημμένως διαμαρτυρήθηκε στον Τύπο, στην Ελλάδα και την Ομογένεια, αφού διοργάνωσε Συγκεντρώσεις Διαμαρτυρίας και Συλλαλητήρια στην Ελλάδα και το Εξωτερικό, αφού βολιδοσκόπησε τις Ξένες Κυβερνήσεις και τον Μεσολαβητή Μάθιου Νίμιτς, αφού είδε και κατέγραψε την τραγική και ολέθρια εγκατάλειψη της εθνικής υπόθεσης της ελληνικότητας και μοναδικότητας της Μακεδονίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την επίσημη Ελληνική Διπλωματία και αφού ανέλυσε τις γοργά επερχόμενες εξελίξεις και δολίους σχεδιασμούς για επικείμενη άμεση αναγνώριση των Σκοπίων με ονομασία που να εμπεριέχει τον ελληνικό όρο «Μακεδονία», για τη γρήγορη ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση,
ΚΑΛΕΙ
ολόκληρο τον Ελληνισμό, τους Πολιτικούς Σχηματισμούς, Πολιτικά Πρόσωπα, Ομάδες Πολιτών, Ανεξάρτητες Προσωπικότητες, τον Πνευματικό και Δημοσιογραφικό Κόσμο, τους Συλλόγους, τους Εκπαιδευτικούς, τους Πολυτέκνους, τους Γονείς, τους Φοιτητές, τους Νέους και τις Νέες, τους Μπλόγκερς του Διαδικτύου, τον Επιστημονικό, Αθλητικό και Καλλιτεχνικό Κόσμο, τους Φιλάθλους, τους Πολίτες έναν προς έναν από κάθε γωνιά και περιφέρεια της Ελλάδος, όλους τους ευαίσθητους Έλληνες και της Κύπρου και της Ομογένειας, τις Προσωπικότητες, τους Φορείς και τις Ηγεσίες τους
στη συγκρότηση κοινού
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009


Τι είναι η Ρωμηοσύνη, του Ιωάννη Δανδουλάκη, Ιανουάριος 2009 .

Τι είναι τελικά η Ρωμιοσύνη; Τι σημασία έχει για τους Έλληνες σήμερα; Αποτελεί μια παλιομοδίτικη πατριωτική ιδεολογία ή εθνική ταυτότητα; Γιατί οι σημερινοί Έλληνες ολοένα και περισσότερο την ξεχνούν και δυσκολεύονται να καταλάβουν την σημασία της; Τελικά η απάντηση δεν μπορεί να αποδοθεί βασιζόμενη σε σύγχρονα, ιστορικώς υποκειμενικά, κριτήρια. Αντιθέτως οφείλουμε να αποκτήσουμε βαθειά και εμπεριστατωμένη ιστορική γνώση και συνείδηση για να κατανοήσουμε και να προσδιορίσουμε την Ρωμιοσύνη και την σημασία της για τον ελληνισμό του σήμερα. Κάτι το οποίο δυστυχώς απαιτεί χρόνο και κόπο από οποιονδήποτε επιχειρήσει το παραπάνω, εξ ού και η αυξανόμενη και εξαπλούμενη απελπιστική άγνοια των περισσοτέρων περί του θέματος.Όπως αναφέραμε, οφείλουμε να ξεφύγουμε από τα σημερινά υποκειμενικά πολιτικό-κοινωνικά δεδομένα. Οι σύγχρονες εθνικό-πολιτικές ιδεολογίες και κοινωνικές αξίες, οι κρατικές δομές και η γενικότερη πολιτικό-εθνική συνείδηση ενός σύγχρονου ανθρώπου είναι χρονικά μεταγενεστέρες και κατ' ουσία διαφορετικές από την Ρωμιοσύνη. Παρ' όλα αυτά η Ρωμιοσύνη συνεχίζει και υπάρχει με πλήρες νόημα ύπαρξης.Με λίγα λόγια η Ρωμιοσύνη αποτελεί την εθνική συνείδηση των προγόνων μας από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου έως την εποχή της Μεγάλης Ιδέας. Είναι το σύνολο των πολιτικο-κοινωνικών και θρησκευτικών αξιών εκείνων, που αποτέλεσαν την αυθεντική ελληνική συνείδηση καθ' όλη την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έως και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Η Ρωμιοσύνη είναι συνδυασμός της ιστορικής, εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας μαζί με την ορθόδοξη θρησκευτική πίστη. Από την στιγμή που η αρχαία Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, στην τέχνη, την φιλοσοφία και τις άλλες επιστήμες ‘εκχριστιανίστηκε' μέσα στο Βυζάντιο και συνεχίστηκε αδιάσπαστη και αλώβητη μέσα από τον Μεσαίωνα, αυτό το οποίο αποκαλείται Ρωμιοσύνη αποτελεί τον συνδετικό κρίκο του σημερινού ελληνισμού με τους αρχαίους, προ Χριστού, προγόνους του.Αλλά ακόμα και αυτός ο ορισμός παραμένει δυσνόητος για τους σημερινούς Έλληνες. Για τους σημερινούς Έλληνες οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στις σύγχρονες στενόμυαλες και υποκειμενικές αντιλήψεις. Όλο το φάσμα των σύγχρονων πολιτικο-κοινωνικών ταυτοποιήσεων κινείται στο μήκος κύματος του ιδεολογικού προσανατολισμού. Οι Έλληνες σήμερα είναι ‘‘δεξιοί'', ‘‘αριστεροί'', ‘‘φιλελεύθεροι'', ‘‘σοσιαλιστές'', ‘‘κομμουνιστές'', ‘‘άκρο-δεξιοί'', τέλος ‘‘καπιταλιστές'' ή ‘‘μαρξιστές''. Δηλαδή οι συνειδήσεις καταλήγουν να προσδιορίζονται από την υποκειμενική αντιλήψη κάθε ενός ατόμου ως προς τον τρόπο διαβίωσης, απόκτησης και συσσώρευσης πλούτου, αύξησης της κατανάλωσης, της καλοπέρασης και διασκέδασης οπωσδήποτε και αν ορίζονται αυτές. Ανάμεσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα, το οποίο κυριολεκτικά καταρρακώνει τον σύγχρονο άνθρωπο με το εξοντωτικό άγχος του ‘αυτοπροσδιορισμού' (δηλαδή να διαλέξει αναγκαστικά ο άνθρωπος μόνος του πιο προκαθορισμένο καλούπι θα τον κόψει και θα τον ράψει στα μέτρα του) στο οποίο τον αναγκάζει ο συγχρόνος κόσμος, δεν αφήνει, φαινομενικά τουλάχιστον, κανένα περιθώριο για την ύπαρξη φασμάτων ταυτοποιήσης και συνειδητοποίησης τόσο ‘παλαιού τύπου' όπως η Ρωμιοσύνη.Αλλά, βέβαια η Ρωμιοσύνη δεν χωρά σε περιορισμούς πολιτικο-κοινωνικών ιδεολογιών. Δεν αποτελεί καν μια ιδεολογία ως προς τον τρόπο ‘δημοκρατικής διακυβέρνησης ή ένα οικονομικό μοντέλο, το οποίο θα εξασφαλίσει την ευημερία ενός κράτους. Διαμορφώθηκε στην πάροδο πολλών αιώνων κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως την πλήρη ταύτιση του ελληνισμού με τον χριστιανισμό. Η Ρωμιοσύνη είναι ουσιαστικά το σύνολο των στοιχείων εκείνων της ελληνικής παράδοσης, η οποία έχει άρρηκτα συνδεθεί και ταυτιστεί με την χριστιανική πίστη, ούτως ώστε να μιλάμε σήμερα για ελληνο-χριστιανική παράδοση χωρίς να μπορούμε να νοήσουμε κάτι το ελληνικό το οποίο ταυτόχρονα να μην είναι και χριστιανικό. Έτσι όποιος σήμερα επιθυμεί να αυτοπροσδιοριστεί ως ‘Έλληνας' αυτό θα έπρεπε να γίνεται με τους όρους της Ρωμιοσύνης. Δεν μπορεί να διανοηθεί ελληνισμός χωρίς Ορθοδοξία. Δεδομένου ότι στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο ελληνισμός εκχριστιανίστηκε ούτως ώστε ό,τι ελληνικό-ειδωλολατρικό δεν το ενστερνίσθηκε η Ρωμιοσύνη αποκόπηκε και ‘πέθανε'. Όπως πέθανε η αρχαία θρησκεία και ο παλαιός κόσμος έτσι και ο αρχαίος ελληνισμός ‘πέθανε' ως προς εκείνα τα στοιχεία του που δεν εκχριστιανίστηκαν και μετεξελίχθηκε σε ελληνοχριστιανισμό - θα μπορούσε εδώ κάποιος ίσως να κάνει μια μεταφορά για τον αρχαίο ελληνισμό, της ρήσης του Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι ‘‘το γάρ απρόσληπτον αθεράπευτον'', που αναφέρεται στην άνθρωπινη φύση. Για αυτό το λόγο και η μάχη των Ελλήνων-Ρωμιών ορθοδόξων εναντίων των παγανιστών αρχαιολατρών συνεχίστηκε για αιώνες έως και σήμερα.Επομένως, στον εικοστό-πρώτο αιώνα, ουσιαστικά δεν μπορεί να αυτοπροδιοριστεί κάποιος ως ‘'Έλλην'', χωρίς να ταυτίζεται με την Ορθοδοξία. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος ύπαρξης της Ρωμιοσύνης σήμερα. Διότι κατά τρόπον τινά, η Ρωμιοσύνη ομοιάζει της Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία παραμένει αναλλοίωτη στους αιώνες και ανεπηρέαστη από τα εφήμερα πολιτικό-κοινωνικά ρεύματα τα οποία έρχονται και φεύγουν, κι όχι τυχαία άλλωστε αφού η Ρωμιοσύνη έχει ταυτιστεί με την Ορθοδοξία. Όπως λοιπόν η Εκκλησία συνεχίζει να υπάρχει και να έχει λόγο ύπαρξης για την σωτηρία του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο, αυτόν τον ρόλο εξυπηρετεί και η Ρωμιοσύνη για τον Ελληνισμό.Βέβαια, αν κάποιος απορεί για τον λόγο τον οποίο οι Έλληνες αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί, δηλαδή Ρωμαίοι και αν αυτό δεν αποτελεί άρνηση της ελληνικής του ταυτότητας, τούτο γίνεται απολύτως κατανοητό όταν αναγνωριστεί το εξής. Όπως εξηγούν πολλοί ιθύνοντες και μεταξύ αυτών εναργέστατα ο Ράνσιμαν και ο Γ. Καραμπελιάς, για τους Έλληνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ετίθετο κανένα θέμα εθνικής απάρνησης η ονομασία του Ρωμαίου, εφόσον από την στιγμή που ο αρχαίος ρωμαϊκός πολιτισμός είχε κατακτηθεί από τον αντίστοιχο ελληνικό. Έτσι κάποιος Άγγλος ιστορικός των αρχών του περασμένου αιώνα κατέταξε τον Ρωμαϊκό πολιτισμό ως επιμέρους κομμάτι του ευρύτερου οικουμενικού ελληνισμού. Εκτός αυτού ο ρόλος και η παρουσία των Ελλήνων στον Ρωμαϊκό κόσμο ήταν τέτοιος που τους έβαζε σε θέση μάλλον συγκυβέρνησης παρά υποδουλείας. Ο Γ. Καραμπελιάς σημειώνει ότι ‘‘ο Διονύσιος Ζακυθηνός και ο Γάλλος ιστορικός της αρχαίας Ρώμης, Πωλ Βεν [βλέπουν την] ρωμαϊκή αυτοκρατορία...[ως] μια διπλή αυτοκρατορία, κατά το ανάλογο της αυστρο-ουγγρικής, μια ελληνό-ρωμαϊκή αυτοκρατορία'' (Γ. Καραμπελιάς, 2007, ‘‘1204...'', σελ. 46). Είναι επομένως εύκολο να κατανοήσουμε ότι όταν για αιώνες οι πολιτικά διαιρεμένοι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν πανω από μια ονομασία, όπως Αχαιοί, Δαναοί, Ίωνες, Γραικοί, για τους Έλληνες χριστιανούς του 4ου και 5ου αιώνα και η έννοια Ρωμαίος είχε ταυτιστεί με την ελληνική συνείδηση και συγκεκριμένα με την ελληνο-χριστιανική δεδομένου εξάλλου ότι το ‘‘ελληνικός'' είχε αντιθέτως ταυτιστεί με τον ευαγγελικό όρο ‘‘εθνικός'' δηλαδή ειδωλολατρικός.Ερχόμενοι όμως στο σήμερα αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα με την συνέχεια του όρου Ρωμιοσύνη. Όταν, λοιπόν, σήμερα ο πολιτικός και ο οικονομικός παράγοντας είναι εκείνοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται ο σύγχρονος άνθρωπος και δη ο Έλληνας, πώς μπορεί η Ρωμιοσύνη να έχει για αυτόν κάποιο νόημα; Ο σύγχρονος Έλληνας με δυσκολία αν όχι και καθόλου, αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμιός, ακόμα και αν τυγχάνει πιστός ορθόδοξος χριστιανός και πατριώτης. Η ελληνική εθνική συνείδηση έχει, όπως εξηγεί ο Γιώργος Καραμπελιάς, περάσει από την οικουμενική/πολιτισμική της φάση στη φάση του έθνους-κράτους (Γ. Καραμπελιάς, 2007, ‘‘Το 1204...''σελ. 43). Σήμερα κάποιος τυγχάνει κάτοχος της ‘‘ελληνικής υποκοότητας'' εάν πληρεί κάποιες νομικές προϋποθέσεις - πρόκειται ξεκαθαρά για εκφυλισμό της εθνικής ταυτότητας και συνείδησης. Παρ'όλα αυτά η Ρωμιοσύνη δεν επηρεάζεται από νομικά κατεστημένα, ούτε κλονίζεται από την ισχνή αποδοχή του κόσμου. Γιατί οι πολιτικό-κοινωνικές ιδεολογίες και τα νομικά καθεστώτα έρχονται και παρέρχονται, αλλά η Ρωμιοσύνη αποτελεί την αυθεντική ελληνική ταύτοτητα και συνείδηση και τα έθνη δεν πεθαίνουν. Εξαρτάται από τους σημερινούς Έλληνες να στηρίξουν την αληθινή τους εθνική ταυτότητα η οποία είναι άρρητκα συνδεδεμένη με την ορθόδοξη πίστη τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αρκετοί Έλληνες οι οποίοι δεν είναι θερμοί στην πίστη τους, διακηρύττουν ότι παρόλο που δυσκολεύνται να πιστέψουν στην Ανάσταση του Χριστού, δεν θέλουν να αρνηθούν την ορθοδοξία, η οποία αποτελεί το βασικό στοιχείο της ελληνικότητάς τους.Εμείς σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να στηρίξουμε τον ελληνισμό στηρίζοντας την Ρωμιοσύνη. Είναι δε αυτή οικουμενικής φύσεως, καθώς έτσι διαμορφώθηκε στο Βυζάντιο και έτσι την αντιλαμβάνονται όλοι όσοι ταυτίζονται με αυτήν. Άλλωστε Έλληνας και δη Ρωμιός είναι ‘‘πας ό της ημετέρας παιδείας μετέχων''.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω προσφιλή και επιπόθητα,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Σκυθρωπή είχεν ακούσει κάποιαν ημέραν του ΙΘ’ αιώνος η ανθρωπότης από το στόμα του τραγικού φιλοσόφου ότι: «ο Θεός είναι νεκρός! Τον σκοτώσαμε... Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός θα μείνη νεκρός! Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;»[1]

Και επίσης, ολίγας δεκαετίας αργότερον, από το στόμα ενός νεωτέρου ομολόγου του, ότι: «Ο Θεός απέθανε! Σας αναγγέλλω, κύριοι, τον θάνατον του Θεού!»[2]

Αι διακηρύξεις αυταί των αθέων φιλοσόφων ετάραξαν τας συνειδήσεις των ανθρώπων. Σύγχυσις πολλή επηκολούθησεν εις τον χώρον του πνεύματος και της λογοτεχνίας, της τέχνης και της ιδίας κάποτε της Θεολογίας, όπου, εις την Δύσιν κυρίως, ήρχισε να γίνεται λόγος ακόμη και περί «Θεολογίας του θανάτου του Θεού».

Η Εκκλησία βεβαίως δεν είχε ποτέ και δεν έχει καμμίαν αμφιβολίαν ότι ο Θεός απέθανε. Τούτο έγινε το 33 μ.Χ. επάνω εις τον λόφον Γολγοθά της Ιερουσαλήμ, επί Ποντίου Πιλάτου του Ρωμαίου Ηγεμόνος της Ιουδαίας. Αφού έπαθεν ανήκουστα Πάθη, εσταυρώθη ωσάν κακούργος και, περί ώραν ενάτην της Παρασκευής, είπε «Τετέλεσται!» και παρέδωκε το πνεύμα! Αυτό είναι μία αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης.

Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός, απέθανεν «υπέρ πάντων» των ανθρώπων![3] Αφού ανέλαβεν όλα τα ιδικά μας: σώμα, ψυχήν, θέλησιν, ενέργειαν, κόπον, αγωνίαν, πόνον, λύπην, παράπονον, χαράν, τα πάντα, παρεκτός αμαρτίας, ανέλαβε, τέλος, και το μεγαλύτερον ζήτημά μας, τον θάνατον, και μάλιστα εις την πιο βασανιστικήν και ταπεινωτικήν εκδοχήν του, δηλ. τον Σταυρόν. Μέχρις εδώ συμφωνούμεν με τους φιλοσόφους.

Θα δεχθούμε ακόμη και το ότι αι εκκλησίαι, οι ναοί, είναι «οι τάφοι», «τα μνήματα» του Θεού! Όμως!... Εμείς γνωρίζομε, ζούμε και προσκυνούμε τον θανόντα Θεόν, ως «νεκρόν ζωαρχικότατον»! Ολίγον μετά την φοβεράν Παρασκευήν, εις την πρωϊνήν αμφιλύκην της «Μιας των Σαββάτων», της Κυριακής, συνέβη αυτό, δια το οποίον έγινεν όλη η δια σαρκός και πάθους και Σταυρού και καθόδου εις τον άδην οικονομία του Θεού:

Η Ανάστασις!... Και αυτό, η Ανάστασις, είναι μία εξ ίσου αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης!.. Και η πραγματικότης αυτή έχει αμέσους και σωτηρίους επιπτώσεις εις όλους μας. Ανέστη ο Υιός του Θεού, ο Οποίος είναι συνάμα και Υιός του Ανθρώπου! Ανέστη ο Θεός με όλον το πρόσλημμα της ανθρωπότητος: το Σώμα που έλαβεν από τα άχραντα αίματα της Υπεραγίας Θεοτόκου και την αγίαν Ψυχήν Του. Ανέστη εκ νεκρών, «παγγενή τον Αδάμ αναστήσας ως φιλάνθρωπος»!...

Ο Τάφος του Ιησού, το «καινόν μνημείον» του Ιωσήφ, είναι πλέον δια παντός κενός! Αντί δια μνημείον νεκρικόν, είναι μνημείον νίκης κατά του θανάτου, είναι πηγή ζωής! Ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης ανέτειλεν «εκ του τάφου ωραίος», χαρίζοντας φως ανέσπερον, ειρήνην, χαράν, αγαλλίασιν, ζωήν αιώνιον! Ναι, οι ναοί είναι οι «τάφοι» του Θεού! Αλλά Τάφοι κενοί, ολοφώτεινοι, γεμάτοι από «οσμήν ζωής»,[4] από εαρινόν μύρον πασχάλιον, ωραίοι, ερατεινοί, καταστόλιστοι με μυρσίνες δοξαστικές και με άνθη χειροπιαστής ελπίδος, τάφοι ζωοδόχοι και ζωοπάροχοι!

Ο θάνατος του Θεού ανέστρεψε τας δυνάμεις του άδου, ο θάνατος ευτελίστηκε πλέον εις απλούν επεισόδιον που εισάγει τον άνθρωπον από τον βίον εις την Ζωήν. Αι εκκλησίαι, οι «τάφοι» του Θεού, είναι αι διάπλατοι θύραι της αγάπης του Θεού, οι ορθάνοιχτες είσοδοι του Νυμφώνος του Υιού Του, που «ως Νυμφίος προήλθεν εκ του Μνήματος» και οι πιστοί εισερχόμενοι, «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν· και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον Ευλογητόν των πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον»![5]

Ευτυχώς, λοιπόν, που απέθανεν ο Θεός, και ο θάνατός Του έγινε ζωή και ανάστασις ιδική μας! Ευτυχώς που υπάρχουν τόσα «μνήματά» Του εις τον κόσμον, τόσοι άγιοι ναοί, όπου ημπορεί να εισέλθη ελεύθερα ο πονεμένος, ο κουρασμένος και απαρηγόρητος άνθρωπος, να αποθέση το φορτίον του πόνου του, της αγωνίας του, του φόβου και της ανασφαλείας του, να «ξεφορτωθή» τον θάνατόν του!

Ευτυχώς που υπάρχουν αι εκκλησίαι του Εσταυρωμένου, Αποθανόντος, Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος Χριστού, όπου ο απελπισμένος άνθρωπος των ημερών μας, ο καταπροδωμένος από όλα τα είδωλα, όλους τους «χαμοθεούς» που έκλεψαν την καρδιά του, την οικονομίαν δηλαδή, την ιδεολογίαν, την φιλοσοφίαν, την μεταφυσικήν και όλας τας υπολοίπους «κενάς απάτας»[6] του παρόντος αιώνος «του απατεώνος»,[7]ευρίσκει καταφύγιον και παραμυθίαν και σωτηρίαν.

Από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, την Μητέρα Εκκλησίαν που βιώνει εις το πλήρωμά τους το Πάθος, τον Πόνον, τον Σταυρόν και τον Θάνατον, αλλά εξ ίσου και την Ανάστασιν του Θεανθρώπου, απευθύνομεν προς όλα τα τέκνα της Εκκλησίας εγκάρδιον πασχάλιον χαιρετισμόν και ευλογίαν, μαζί με ασπασμόν αγάπης Ιησού Χριστού του εκ νεκρών Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος και ζωοποιούντος τον άνθρωπον.

Εις Αυτόν η δόξα, το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας. Αμήν!

Άγιον Πασχα 2009

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος προς Χριστόν Αναστάντα
ευχέτης πάντων υμών

[1] Φρειδερίκος Νίτσε.
[2] Ζαν Πωλ Σάρτρ.
[3] Β Κορ. 5: 14.
[4] Β Κορ. 2: 16.
[5] Τροπάριον ζ ωδής Κανόνος του Πάσχα.
[6] Πρβλ. Κολ. 2: 8.[7] Ακάθιστος Ύμνος.